Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΕΝΟΣ ΘΡΥΛΟΥ
Έχει γραφτεί πολλές φορές (και καλά έχει κάνει!), ότι το ποδόσφαιρο είναι το πιο «δημοκρατικό» άθλημα που έχει εφευρεθεί έως σήμερα. Δεν χρειάζεται να είσαι ψηλός, γρήγορος, ευλύγιστος, έξυπνος, δυνατός, πλούσιος κτλ. για να «κλωτσήσεις» ακόμα και στο υψηλότερο επίπεδο· αρκεί η σκληρή προπόνηση, η ομαδικότητα, η αυταπάρνηση και το ΟΝΕΙΡΟ. Πρόκειται για μια από τις πιο οικονομικές δραστηριότητες που μπορεί να κάνει κάποιος: ένας δρόμος ή μια αλάνα, δύο πέτρες ή δύο τελάρα για δοκάρια, μια μπάλα ή ακόμα και ένα πλαστικό μπουκάλι και το ματς ξεκινά. Το ποδόσφαιρο «[…] είναι ίσως το μόνο θέμα συζήτησης που μπορεί να φέρει στο ίδιο τραπέζι ως ισότιμους συνομιλητές έναν καθηγητή πανεπιστημίου κι έναν οδοκαθαριστή. Αυτή είναι η δύναμη του ποδοσφαίρου», σημειώνει ο Νίκος Γαβαλάς.
Τι είναι όμως ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ; Γιατί μπορεί να μιλάμε για τον μεγαλύτερο πολυαθλητικό οργανισμό στον κόσμο (βάση αθλημάτων που καλλιεργεί σε επίπεδο πρωταθλητισμού και τροπαίων), ωστόσο ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ είναι ποδοσφαιρογενής ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΙΛΑΘΛΩΝ (και όχι αθλητικός σύλλογος).
Για να καταλάβει κάποιος τον ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ πρέπει να καταλάβει τον Πειραιά. Και για να καταλάβει τον Πειραιά (ουσιαστικά τον παλαιό Νομό Πειραιώς), πρέπει να ανατρέξει στο πως και γιατί συστάθηκε το υδροκέφαλο (αθηνοκεντρικό) νέο ελληνικό κράτος. Κατά συνέπεια μπορεί, όντως, να ήταν πρωτοποριακή ποδοσφαιρικά αλλά και φυσικό επόμενο ιδεολογικά - αν και αθλητικά εμπνευσμένη από τον Πανελλήνιο Γ.Σ. - η ιδέα του αείμνηστου «παναθηναϊκού» Γεωργίου Καλαφάτη για το «μια πόλη μια ομάδα», όμως αυτή πήρε σάρκα και οστά μόνο στον Πειραιά με τον ΘΡΥΛΟ. Το γιατί συνέβη αυτό, έχει αναλυθεί πολλές φορές και από πολλούς.
Ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ήταν η πρώτη συνειδητά οργανωμένη μαζική «φωνή των ανθρώπων που δεν έχουν φωνή, των ανθρώπων που πασχίζουν καθημερινά να θρέψουν την οικογένεια τους»· ενός ετερόκλιτου μορφωτικά, κοινωνικά, καταγωγικά, πολιτικά κτλ. κόσμου. Η ιδιαιτερότητα του κοινωνικού φαινομένου που ονομάζεται ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ έγκειται στο ότι δεν διέθετε μόνο κοινωνικοταξικό πρόσημο (φτωχός-πλούσιος), αλλά είχε πολιτιστική και γεωγραφική διάσταση, αφού σημαντικοί αυτοδημιούργητοι οικονομικοί και πολιτιστικοί παράγοντες της περιφέρειας έπρεπε κυριολεκτικά να επιβιώνουν ενάντια στις αδηφάγες βλέψεις και ορέξεις μιας συγκεντρωτικής - αθηνοκεντρικής - ελίτ, η οποία επιθυμούσε να ελέγχει και να μονοπωλεί τα πάντα στο διάβα της, ώστε να εξασφαλίζει τη θέση της και τη συνέχεια της.
Η πρώτη αποφασιστική «επεκτατική» κίνηση των Αθηνών προς τον Πειραιά έγινε το 1840 με σκοπό η πρωτεύουσα να νέμεται το κέρδος των τελωνειακών δασμών του λιμανιού. Οι Πειραιώτες αντιστάθηκαν, κάνοντας λόγο για «άκραν περιφιλαυτίαν» και «αξιοκατάκριτον αντιζηλίαν» της Αθήνας.
Ο Πειραιάς, ιδίως από τα μέσα του 20ου αιώνα - μια πόλη που είχε υπάρξει μοντέλο και ατμομηχανή της ελληνικής παραγωγικότητας, με την «εργασία» ν' αποτελεί βασικό στοιχείο ομογενοποίησης των κατοίκων της («πειραϊκότητα») και τη βιομηχανία να είναι θεμελιώδες στοιχείο της ιδρυτικής της σύμβασης - βρέθηκε παρατημένος, εξουθενωμένος, κατασυκοφαντημένος ακόμη και ακρωτηριασμένος για ψηφοθηρικούς λόγους (ξεκινώντας από το 1925 με την απόσπαση του Ν. Φαλήρου). Η πόλη, όμως, περίμενε τη στιγμή της, για να βγει στην αντεπίθεση με ΟΡΜΗ, διεκδικώντας τη χαμένη της αίγλη και θέλοντας να «τιμωρήσει» αυτούς που την ατίμασαν και την πρόδωσαν. Ολόκληρη η περιφέρεια, αλλά και τα λαϊκά και μεσοαστικά προάστια του κέντρου, τα οποία εξαπλώνονταν, ακολούθησαν. ΠΑΝΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΕΙΡΑΙΑΣ.
Ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ υπήρξε η αιχμή του δόρατος της αντίδρασης και της αντεπίθεσης της ελληνικής κοινωνίας, όχι τυχαία μέσα από την καρβουνόσκονη του φαληρικού Ποδηλατοδρόμιου, ενάντια στις αθηνοκεντρικές πολιτικές της καθεστηκυίας τάξης και σε αυτούς που ένιπταν τα πόδια της. Ο ΘΡΥΛΟΣ και το ρεμπέτικο υπήρξαν τα πρώτα κάστρα ενάντια σε μια επιβαλλόμενη ελιτίστικη πολιτική ορθότητα που εξυπηρετούσε τους κοινωνικούς, τους φυλετικούς, τους πολιτικούς, τους οικονομικούς και τους γεωγραφικούς αποκλεισμούς για την επικράτηση της Αθήνας και της «κλειστής» άρχουσα ελίτ της ως, αντίστοιχα, το μοναδικό κέντρο και ο «αυθεντικός» φορέας ελληνικότητας, ενάντια στη λαϊκή - ανεξάρτητη/τοπική - συνείδηση και παραγωγικότητα του απανταχού ελληνισμού.
Ωστόσο, ο άνευ όρων και συνόρων, διαχρονικός και πλουραλιστικός πολιτισμογενής ελληνισμός με αιχμή του δόρατος τη γλώσσα και την επιχειρηματικότητα μετατράπηκε σχεδόν βίαια και απότομα σε έναν μικρονοϊκό, εσωστρεφή, δημοσιοϋπαλληλικό, ανασφαλή, αλαζονικό και εντέλει πελατειακό και παρασιτικό αθηνοκεντρικό ελλαδισμό με φυλετικές γραμμές αίματος, για να «νομιμοποιηθεί» η οικογενειοκρατία της εξουσίας. Από την ιστορία και τον πολιτισμό ως την οικονομία και τον αθλητισμό, το «ελληνικό» ταυτίστηκε με το «αθηναϊκό» προς χάριν της άρχουσα τάξης της νεόκοπης πρωτεύουσας.
Η αμφισβήτηση της εθνικής/αθηναϊκής πολιτικής από τους Πειραιώτες ξεκινά περίπου με την ανακήρυξη της Αθήνας ως νέα πρωτεύουσα το 1834 και συνεχίστηκε ακόμα και μετά την πρώτη πειραϊκή συμμετοχή στο κοινοβούλιο με την εκλογή του Τρύφωνα Μουρτζόπουλου, το 1887. Όμως ακόμα και έτσι, οι προεκλογικοί και κομματικοί ανταγωνισμοί στην πόλη είχαν περισσότερο πειραϊκό παρά εθνικό πρόσημο, αφού για τους Πειραιώτες η κεντρική αθηναϊκή πολιτική σκηνή ήταν αρχικά μια υπόθεση ξενόφερτη που εξελίχθηκε σε εγχώρια ξενόδουλη και διεφθαρμένη από «τζάκια» άεργων και τους δημόσιους υπαλλήλους/ρουσφέτια τους που απαιτούσαν την κηδεμονία όλης της περιφέρειας στο όνομα του κράτους.
Η ίδρυση, λοιπόν, του ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΦΙΛΑΘΛΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ήταν η φυσική συνέχεια μιας πολύ παλιάς ιστορίας που «μόλυνε» (και μάλλον συνεχίζει να «μολύνει») την ελληνική κοινωνία με επικίνδυνα αποκεντρωτικά μηνύματα επιχειρηματικής αυτοδιάθεσης και αδούλωτης συλλογικότητας, τα οποία το αθηνοκρατούμενο ελληνικό κατεστημένο θεωρούσε (και ίσως ακόμα θεωρεί) ως περίπου στασιαστικά. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τον 19ο αιώνα, όταν η διεθνής διπλωματία δεν λάμβανε σοβαρά τη μικρή Ελλάδα, οι διεθνείς αγορές υπολόγιζαν τον Πειραιά, ενώ η πειραϊκή οικονομία αποτελούσε δείκτη της εθνικής.
Ναι, ο Πειραιάς, ο οποίος θα μπορούσε -ίσως και να άξιζε - να είναι πρωτεύουσα, διατήρησε την ψυχολογική του ανεξαρτησία και την οικονομική του αυτονομία από το «κράτος των Αθηνών» μέχρι να εξωθηθεί σε μαρασμό. Κατά συνέπεια το «ΘΡΥΛΕ ΘΕΕ ΜΟΥ, ΟΛΥΜΠΙΑΚΕ ΜΟΥ!» της πλειοψηφίας των Ελλήνων και των Ελληνίδων και ότι αυτό φέρει πάντα θα κάνει κόμματα, κυβερνήσεις και επίσημους κρατικούς θεσμούς να νιώθουν απειλή.
Φυσικά πολλά έχουν αλλάξει από τα μέσα του 20ου αιώνα, αλλά όχι όλα. Όπως κάποτε ο Πειραιάς, έτσι και σήμερα ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ περιγράφεται από κάποιους ως εστία διαφθοράς και εγκληματικότητας· η ομάδα που δεν έχει κατακτήσει ποτέ και τίποτα δίκαια. Όπως κάποτε οι Πειραιώτές, έτσι και οι σημερινοί ΓΑΒΡΟΙ θεωρούνται από κάποιους ως άτομα decadence με χαμηλή αντιληπτική ικανότητα· απάτριδες/απάτορες της Τρούμπας, επειδή βλέπουν με καχυποψία ή και άρνηση τον πατερναλισμό του κέντρου. Ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ με όλα αυτά που συμπηκνώνει, ακόμα τρομάζει. Και όσο ο ΘΡΥΛΟΣ νικά και οι ΓΑΒΡΟΙ δεν «κάθονται καλά», τόσο περισσότερο οι επιθέσεις σε προέδρους, προπονητές, φιλάθλους κτλ. συνεχίζουν και γίνονται ολοένα και πιο προσωπικές.
Πολλά φανταστικά αφηγήματα έχουν μπολιαστεί στους απλούς φίλους των αντίπαλων ομάδων του ΘΡΥΛΟΥ, κυρίως απαλείφοντας κομμάτια της ιστορίας προς χάριν μιας υπόδουλης κοινωνικής συνοχής, η οποία τελικά δεν εξυπηρετεί εθνικούς, κοινωνικούς, ιδεολογικούς ή έστω οπαδικούς λόγους, αλλά εντελώς ιδιοτελείς σκοπούς ανθρώπων που η ιστορία τους έχει ξεπεράσει προ πολλού. Και όπως έχει αποδειχτεί, η παραχάραξη και τα κενά της ιστορίας, μάλλον, δίνουν λαβές για μεγαλύτερη πόλωση, μην αφήνοντας χώρο για αμοιβαίες παραδοχές και εντέλει άμβλυνση των παθών.
Δυστυχώς γι' αυτούς που έχουν κάνει καριέρες, όνομα και περιουσίες πάνω στο να αποδείξουν πως ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ και όλα τα τμήματα του είναι άτιμα, οι ΓΑΒΡΟΙ έχουν το κακό συνήθειο, με «πειραιώτικο» τρόπο, να ανταπαντούν και οι αθλητές με τους προπονητές να κλείνουν στόματα, ευκαιρίας δοθείσης και «μέσα στα σπίτια» τους. Διότι η ταυτότητα, το όραμα, τα συναισθήματα που γεννήθηκαν, ρίζωσαν και διαχύθηκαν παντού, έχουν λόγο που το έκαναν· και συνέχεια· και τελικά πρέπει να τα γνωρίζουμε, ειδικά οι νεότεροι, «για να μη χάνουμε τον προσανατολισμό μας.»
Με αυτό το βιβλίο, ο Νίκος Γαβαλάς μας ταξιδεύει στην αρχική φάση της ίδρυσης του ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ με μια γλώσσα απλή και με έναν τόμο εξαιρετικά καλαίσθητο, επιτυγχάνοντας με μαεστρία να μην ανατροφοδοτεί πάθη και φανατισμούς, αλλά να μεταφέρει ατόφιο το πνεύμα της εποχής και των πρωταγωνιστών.
ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Πειραιάς, δεκαετία του 1920. Η πόλη ανασαίνει ακόμα στη σκιά μιας ταραγμένης εποχής και μαθαίνει ξανά να ελπίζει. Στα σοκάκια, στο λιμάνι και στις αλάνες, ανάμεσα σε ανθρώπους που παλεύουν για την αξιοπρέπειά τους και πρόσφυγες που πασχίζουν για μια νέα αρχή, γεννιέται μια ιδέα που μέλλει να αλλάξει για πάντα την ιστορία του ελληνικού αθλητισμού.
Με φόντο αληθινά γεγονότα, αυθεντικά δημοσιεύματα και ιστορικά πρόσωπα, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει ψηφίδα ψηφίδα το χρονικό της ίδρυσης και τα πρώτα βήματα του Ολυμπιακού Συνδέσμου Φιλάθλων Πειραιώς, αποκαλύπτοντας πώς το όνειρο μιας παρέας μεταμορφώθηκε σε σύμβολο μιας πόλης και ρίζωσε στην καρδιά ενός λαού.
Γιατί... οι θρύλοι γεννιούνται και γιγαντώνονται μέσα από την ακλόνητη πίστη, τον ακατάβλητο αγώνα και το πάθος εκείνων που τολμούν να ονειρεύονται.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ:
Αθήνα, 2026
Επιμέλεια:
ΓΚΟΤΣΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΓΙΩΤΑ)
Σχέδια:
ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΟΡΡΕΣ
