ΤΟ «ΠΡΟΤΥΠΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ» ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ



Το ανά χείρας βιβλίο της αείμνηστης Έλλης Σκοπετέα (1951-2002) είναι ένα εμβληματικό πόνημα, όχι μόνο για τα ελληνικά δεδομένα. Πρόκειται για σημείο αναφοράς και βάση έναρξης κάθε σοβαρού διαλόγου (και διαφωνιών) για τη διαδρομή της ελληνικής εθνικής συνείδησης και του τρόπου που οι Έλληνες καταλάβαιναν τους εαυτούς τους σε συνάρτηση με το νέο ελληνικό κράτος το 1830. Απλοποιώντας τραγικά, μιλάμε για τη μετάβαση από τον, για αιώνες, πολιτιστικό ορισμό του Έλληνα (γλώσσα, θρησκεία, παιδεία) σε έναν (πρωτόγνωρο για την εποχή) εθνοκρατικό/νομικό ορισμό. Είναι μια πρωτοποριακή, για την εποχή της, προσέγγιση των παραγόντων που διαμόρφωσαν την ελληνική εθνική αυτογνωσία των πρώτων πενήντα χρόνων του νέου ελληνικού κράτους και την επιτακτική ανάγκη να βρεθεί ένας συναινετικός εθνικός άξονας - μια κοινή αφήγηση - για το ποιος είναι ο Έλληνας. Με μια πρώτη ματιά η συγγραφέας μας εξιστορεί μια εκδοχή της ιστορίας του ελληνικού εθνισμού. Ωστόσο το βιβλίο ξεκινά μια βαθιά κάθοδο στις ρίζες του νέου ελληνικού κράτους, αφήνοντας μας αναπόφευκτα σε κάποια σημεία μετέωρους.  

 Η Σκοπετέα μας ταξιδεύει στις αρχές του 19ου αιώνα. Την εποχή που ζητούμενο ήταν να βρεθεί, ένα επίσημο, κρατικό, πλαίσιο που θα οριοθετούσε πολιτικά, γεωγραφικά, κοινωνικά, οικονομικά, ακόμα και βιολογικά όλο αυτό το «αχανές» - τοπογραφικά, χρονικά, πολιτισμικά, φιλοσοφικά και ψυχολογικά - πεδίο που ονομάζεται ελληνισμός και εμπεριέχει γλώσσα, σκέψη, τέχνη, ιστορία, θρησκεία, πολιτική κτλ. και όλες τις φάσεις ή/και εκδοχές αυτών. Ήταν η περίοδος που χρειαζόταν να καθορισθεί το παρόν και το μέλλον μιας συνέχειας. Ωστόσο το ουσιαστικό πρόβλημα με τους Έλληνες ποτέ δεν ήταν η συνέχεια αυτή καθαυτή και τα ντοκουμέντα της εποχής ή η σημερινή αρχαιογενετική μας το επιβεβαιώνουν καίτοι χρειάστηκε να αποδειχτεί και αυτή. Το κεντρικό πρόβλημα ήταν η συνέχεια από τι και προς τα που. Ποιο ήταν ή θα έπρεπε να ήταν το προηγούμενο κοινό σημείο αναφοράς, δεδομένου ότι οι ελληνικοί πληθυσμοί ήταν διαμοιρασμένοι υπό διαφορετικά καθεστώτα ακόμα και πριν το 1204; Η απόφαση ξέφευγε από την απλή ιστόρηση γεγονότων. Η επιλογή, εκτός από υπαρξιακή, ήταν πολιτική και θα κατεύθυνε την πορεία, τον ρόλο και τις διεκδικήσεις του νέου ελληνικού κράτους, σε μια σημαντική γεωπολιτικά αλλά και ταραχώδη περιοχή, σε καιρούς μεγάλων ανακατατάξεων. 


 Υπήρχαν οι «εκσυγχρονιστές» που επιθυμούσαν τη «μικρά και πτωχή πλην τιμία Ελλάς»· ένα «Πρότυπο Βασίλειο», που θα συμβάδιζε με τη δυτικοευρωπαϊκή - αρχαιολατρική, κοσμική, εθνοκρατική, δημοκρατική - νέα τάση και θα είχε ως σύμβολο την Αθήνα των κλασικών χρόνων - την κοιτίδα του κοσμικού ευρωπαϊκού πολιτισμού. Από την άλλη υπήρχαν οι «συντηρητικοί», θιασώτες της «απελευθέρωσης των αδερφών» και των αλύτρωτων πατρίδων, εκτός των συνόρων της τότε Ελλάδας, ασπαζόμενοι αυτού που ονομάστηκε «Μεγάλη ιδέα», με σύμβολο την - Ορθόδοξη, οικουμενική, δεσποτική - Κωνσταντινούπολη της Μεσαιωνικής ρωμαϊκής («βυζαντινής») περιόδου - την κοιτίδα της ελληνικής Ορθοδοξίας, και για αιώνες βασιλεύουσα του ευρωπαϊκού Χριστιανικού πολιτισμού και όχι μόνο. Μιλάμε σαφώς για την εποχή που στον λεγόμενο δυτικό κόσμο η ιδεολογία του δημοκρατικού «έθνους-κράτους» αρχίζει να υψώνει παράστημα στο απολυταρχικό αυτοκρατορικό σύστημα και ο άγουρος και άγριος καπιταλισμός συναντάται με τις ιδέες του Ένγκελς και του Μαρξ. Ωστόσο, στην Ελλάδα, κάτω από αυτό το γενικό και μάλλον ασαφές δίλημμα: «Πρότυπο Βασίλειο» ή «Μεγάλη ιδέα» (στις διάφορες εκφάνσεις της), υποκρύπτονταν μια σειρά από διαφορετικά κοινωνικά, ιδεολογικά και γεωγραφικά ζητήματα. 


 Οι εμπλεκόμενοι δεν διαχωρίζονταν μόνο με κοινωνικοταξικά (αριστοκρατία - λαός), εθνοτικά (ξένοι - Έλληνες) ή κομματικά (ρωσόφιλοi, γαλλόφιλοi, αγγλόφιλοi) κριτήρια. Όλοι χαρακτηρίζονταν από μια σειρά από διαφορετικές «ταυτότητες» και έξεις, αποτέλεσμα του πως ήταν οργανωμένες η Οθωμανική αυτοκρατορία, η κοινοτιστική ελληνική κουλτούρα, αλλά και της διεθνούς πραγματικότητας. Έτσι έχουμε Έλληνες - Ελλαδίτες, αυτόχθονες - ετερόχθονες, «καλαμαράδες» - στρατιωτικούς, Μωραΐτες - Ρουμελιώτες, Επτανήσιους - Φαναριώτες, πρωτευουσιάνους - επαρχιώτες, νεοαστούς - λαϊκούς, κεντριστές - κοινοτιστές, κοσμικούς αρχαιολάτρες - χριστιανούς θρήσκους, πολιτικούς - κληρικούς, και η λίστα συνεχίζεται τόσο που οι πόλοι ταυτοτήτων και ιδεολογιών (και συμφερόντων) χάνουν τα σαφή όρια τους και επικαλύπτονται, ενώ νέοι προστίθενται και οι παλιοί ανατροφοδοτούνται ή μεταμορφώνονται. 


 Προφανώς, όλη αυτή η συζήτηση έχει εξελιχθεί από τη δεκαετία του ’80. Ωστόσο, η Έλλη Σκοπετέα θέτει το σημείο εκκίνησης. Τι κάνει λοιπόν η αείμνηστη Σκοπετέα με το συγκεκριμένο πόνημα, το οποίο αποτέλεσε τη διδακτορική της διατριβή που πήρε τη μορφή βιβλίου το 1988 από τις Εκδόσεις «Πολύτυπο»; Πραγματεύεται ιστορικά αλλά και φιλοσοφικά τον διάλογο και τις συγκρούσεις των διάφορων ταυτοτικών πόλων (και των αντιθέσεων που εμφανίστηκαν μέσα σε αυτούς), την περίοδο 1830-1880, για το παρελθόν των Ελλήνων καθώς και για το (τότε) παρόν και το μέλλον του νέου κράτους. Ταυτόχρονα αποκαλύπτει τον ανταγωνισμό μεταξύ τους για τη διαμόρφωση (ή «κατασκευή» ή συμβιβασμό) μιας ενιαίας εθνικής ιδεολογίας που θα αναδείκνυε στον πυρήνα της κάποιον από αυτούς τους πόλους ως κεντρικό πρωταγωνιστή. Πρόκειται για την τοπογραφική, φατριακή, ιδεολογική, κοινωνική, πολιτική, οικονομική - όχι πάντα συνειδητή ή προσχεδιασμένη - διεκδίκηση της ελληνικότητας εν γένει και του «1821» συγκεκριμένα και κατά συνέπεια της πρωτοκαθεδρίας στο νέο ελληνικό κράτος από διαφορετικές μεριές, με προεκτάσεις στη γλώσσα, στην παιδεία και στη θρησκεία. Κεντρικό πεδίο διαφωνιών και συγκρούσεων ήταν η ίδια η ιστορία. Ποια πολιτική ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων θα υπερίσχυε ή ποιοι συμβιβασμοί θα γίνονταν και με τι στόχο; Και τελικά, πόσο η «κρατική», επίσημη, επιλογή θα εξέφραζε το λαϊκό αίσθημα, που από τη φύση του δεν ήταν κάτι ομοιογενές; Εντέλει τι ρόλο έπαιξαν οι «προστάτιδες δυνάμεις» σε όλο αυτό;


 Η Σκοπετέα στην εργασία της χρησιμοποιεί μοναδικά την αρθρογραφία του ημερήσιου και περιοδικού τύπου του 19ου αιώνα, ενώ βγαίνει από τα ελληνικά όρια και κάνει συγκρίσεις με τη σερβική περίπτωση. Η συγγραφέας, ακόμα και εάν διαφωνούμε μαζί της, μας υποψιάζει - τουλάχιστον - γιατί η ιστορία μας δεν θα μπορούσε να είναι μια ευθεία γραμμή και πως δικαιολογούνται οι διαφορετικές αναγνώσεις της που μέχρι σήμερα προκαλούν έντονες διαφωνίες. Την ίδια στιγμή φωτίζει, έμμεσα, πως διαμορφώθηκε ιδεολογικά το νέο αθηνοκεντρικό ελληνικό κράτος. 

 Η επανακυκλοφορία του βιβλίου αυτού από τις Εκδόσεις ΝΗΣΟΣ σε μια σαφώς βελτιωμένη μορφή ήταν για πολύ καιρό μεγάλος πόθος πολλών. Ο πρόλογος της καθηγήτριας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας και πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου, Χριστίνας Κουλούρη είναι κατατοπιστικότατος και λειτουργεί τόσο ως εισαγωγή όσο και ως «χάρτης» για το κυρίως κείμενο. 


ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ: 

«Μεγαλειώδες», «ανυπέρβλητο», «μοναδικό», είναι μερικοί από τους χαρακτηρισμούς που έχουν διατυπωθεί για το μνημειώδες βιβλίο της Έλλης Σκοπετέα, σταθερά βασικό βιβλίο αναφοράς εδώ και σαράντα χρόνια. Το βιβλίο είναι μια πολύτιμη πηγή για τη μελέτη της ιδεολογικής αφετηρίας της Μεγάλης Ιδέας, και εργαλείο για να κατανοήσουμε την εκκίνηση του ελληνικού κράτους, αλλά και το παρόν της ελληνικής κοινωνίας. «Στο βιβλίο επιχειρείται η καταγραφή και, ως έναν εφικτό βαθμό, η κωδικοποίηση των αντιλήψεων για το ελληνικό έθνος και τον "προορισμό" του, όπως διαμορφώθηκαν στην Ελλάδα κατά τις πρώτες δεκαετίες της ανεξαρτησίας της. Στην αφετηρία βρίσκεται η επισήμανση μιας ιστοριογραφικής έξης που έρχεται συχνά να συσκοτίσει την εικόνα του ελληνικού 19ου αιώνα, και που η πλάνη της φαίνεται αυτονόητη: H σοβαρότητα που αποδίδει η πολιτική ιστορία στην τομή της ίδρυσης του ελληνικού κράτους δεν έχει αντίκρυσμα στην ιστορία της κίνησης των ιδεών· εκεί οι εξελίξεις που καταλαμβάνουν το επίκεντρο της προσοχής της πολιτικής ιστορίας υποβιβάζονται σε δεύτερη μοίρα, καθώς επικρατεί, γενικά, η τάση να θεωρείται δεδομένη η ενότητα και η συνέχεια της ελληνικής σκέψης και πνευματικής παραγωγής. Το αποτέλεσμα είναι να προκύπτουν δύο διαφορετικές όψεις της εποχής, που κάποτε είναι εξαιρετικά δύσκολο να ταιριάξουν μεταξύ τους. Ό,τι για τη μία όψη θα ήταν "ιδέα", για την άλλη μπορεί να μην είναι παρά "σύνθημα", και ένας επίγονος π.χ. του διαφωτισμού μπορεί, κατά τις βουλές του παρατηρητή του, να μεταμορφώνεται σε απλό κρατικό λειτουργό ή κομματάρχη». (Από τον πρόλογο της έκδοσης)


ΕΚΔΟΣΕΙΣ:

νήσος

Αθήνα, 2024


Πρόλογος:

Χριστίνα Κούλουρη


Επιμελητής:

Σταύρος Παπακυρίτσης


ΒΡΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ